Η δικαίωση της Κασσάνδρας

Written By mati team on 16 Φεβ 2012 | 10:15

Ο Νίκος Παπαδογιάννης γράφει στο blog του στο gazzetta.gr για τη μαύρη κληρονομιά του 2004 και επισημαίνει ότι αυτό ήταν το φυτίλι που πυροδότησε την κρίση.

O Γκαετάνο Σαβατέρι είναι συνεργάτης του ιταλικού Canale 5, δημοσιογράφος και παρουσιαστής της εκπομπής Matrix. Τον συνάντησα το βραδάκι της Τετάρτης στο Σύνταγμα, όπου μύριζε ακόμα μπαρούτι από τους εμπρησμούς της Κυριακής. Με ρώτησε για την κληρονομιά που μας άφησε το επάρατον 2004.


«Τι θα συμβούλευες την Ιταλία, ως Έλληνας πολίτης και ως δημοσιογράφος με πείρα τεσσάρων Ολυμπιάδων;», με ρώτησε. «Ο Μάριο Μόντι λέει ότι θα είναι μέγα λάθος να αναλάβει η Ιταλία τους Ολυμπιακούς Αγώνες».

«Εχει δίκιο», του απάντησα. «Οι τραπεζίτες έχουν πάντα δίκιο σε ό,τι αφορά το χρήμα».

Έπειτα, θυμήθηκα ποιος ήταν ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας με τον οποίο συνταξίδεψα στη Λωζάννη το 1997 για την επίσημη παρουσίαση της ελληνικής υποψηφιότητας. Τον έλεγαν Λουκά Παπαδήμο.

«Να τους αποφύγετε όπως ο διάολος το λιβάνι», είπα στον Γκαετάνο. «Η Ιταλία δεν έχει κάτι να κερδίσει από τους Ολυμπιακούς Αγώνες όπως είχε λ.χ. η Κίνα, ούτε της περισσεύουν λεφτά. Το χρέος που άφησε στη δική μας καμπούρα το 2004 ήταν το φυτίλι που πυροδότησε την οικονομική κρίση, η οποία ήδη σιγόκαιγε στην Ελλάδα και μας οδηγεί στη χρεωκοπία». Ο Ιταλός έφτυσε στον κόρφο του. Τι του λείπει του ψωριάρη; Φούντα με μαργαριτάρι.

«Μα δεν μπορεί», ψέλλισε. «Σίγουρα θα σας άφησαν και κάτι θετικό οι Ολυμπιακοί Αγώνες».

Του μίλησα για την ανάταση που αισθανθήκαμε το 20ήμερο των Αγώνων και το δίμηνο που ακολούθησε, όταν οι ξένοι μας έβγαζαν το καπέλο. Ο Γκαετάνο δεν καταλάβαινε. Τι σόι όφελος είναι αυτό που εξαντλείται σε ένα δίμηνο ευφορίας; «Και γιατί σας έβγαζαν το καπέλο οι ξένοι;» Το έβγαζαν για να μας υποκλιθούν ή για να ξύσουν το κεφάλι τους από απορία; Μάλλον το δεύτερο.

Διότι η οργανωτική επιτυχία του «Αθήνα 2004» ήταν ένα πραγματικό θαύμα. Οι μπουλντόζες έφυγαν από τα νεότευκτα στάδια δέκα λεπτά πριν ανάψουν τα φώτα. Όλα στήθηκαν άρον άρον, όπως όπως και όπου όπου.

Και όμως, οι Αγώνες λειτούργησαν σαν καλοκουρδισμένη μηχανή. Και οι κερκίδες γέμισαν, από ανθρώπους που δεν είχαν πατήσει ποτέ σε γήπεδο. Ο νεοέλληνας κλείδωσε στο σπίτι τη μουστρούφικη μουτσούνα του και λάνσαρε ένα χαμόγελο που δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχε στο dna του.

Αλήθεια, θυμάστε; Πιστέψαμε για λίγο ότι ήμασταν ισότιμοι πολίτες της υφηλίου και, ναι, αισθανθήκαμε ψήγματα εθνικής υπερηφάνειας. Αναζητήσαμε τους αμφισβητίες της προολυμπιακής περιόδου και τους τρίψαμε το θαύμα μας στα μούτρα. Είδαμε την τερατούπολη να αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο και τους επισκέπτες να απολαμβάνουν κάθε στιγμή. Γουρλώσαμε τα μάτια από έκπληξη όσο τα λεωφορεία έρχονταν στην ώρα τους και τα ταξίμετρα δούλευαν χωρίς να κλέβουν.

Πανηγυρίσαμε τα μετάλλια που κατέκτησαν όμορφα, άγνωστα στο ευρύ κοινό Ελληνόπουλα. Καμαρώσαμε τα όμορφα, σύγχρονα στάδια που μας υποδέχθηκαν σαν διαστημόπλοια του 21ου αιώνα.

Χειροκροτήσαμε την ήττα της παρακμής και κουνήσαμε το μαντήλι στο χουλιγκαναριό.

Λίγο ακόμα και θα το είχαμε πιστέψει. Θα είχαμε πιστέψει, ότι μπορούμε. Ότι αλλάζουμε.

Έπειτα, έσβησαν τα φώτα, κάθισε ο κουρνιαχτός και κατέφτασε η λυπητερή. Η ευφορία έδωσε τη θέση της στην εφορία. Τότε και μόνο τότε, καταλάβαμε αυτό που όλοι υποψιαζόμασταν αλλά ουδείς ήθελε να ομολογήσει. Οι συνήθεις ύποπτοι απομακρύνθηκαν με τις τσέπες ξέχειλες από χρήμα, φορτώνοντας το λογαριασμό στις πλάτες αυτών που πληρώνουν ακόμη φόρους.

Τα περισσότερα μετάλλια αποδείχθηκαν βουτηγμένα στην ντόπα. Οι αθλητικές Ομοσπονδίες χρεωκόπησαν μεμιάς, αφού οι κρατικές κάνουλες έκλεισαν μόλις κόπασε το κυνήγι του χρυσού. Οι χούλιγκανς και οι κακοποιοί επέστρεψαν δριμύτεροι στις κερκίδες, εξοβελίζοντας τα γυναικόπαιδα και τους ρομαντικούς. "Ο Ελληνας δεν αγαπάει τον αθλητισμό, αλλά τις νίκες", εξήγησα στον Γκαετάνο. "Πάση θυσία".

Το χαμόγελο κλειδώθηκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας και ο εθελοντισμός έγινε ευγενές σπορ για τα κορόιδα. Τα στάδια-διαστημόπλοια ερήμωσαν και ρήμαξαν ή γκρεμίστηκαν για να γίνουν σούπερ μάρκετ. Οι ταξιτζήδες ρύθμισαν ξανά το μετρητή στην πενταπλή ταρίφα και έβαλαν σημάδι τους ανυποψίαστους τουρίστες.

Και η τερατούπολη ξανάγινε τερατούπολη, στολισμένη ωστόσο με υπερσύγχρονο μετρό και καινούριο αεροδρόμιο. Ναι, αλλά χρειάζονταν Ολυμπιακοί Αγώνες για να φτιάξουμε μετρό και αεροδρόμιο;

Από τις μεγάλες, χαμένες ευκαιρίες της Ελλάδας, από τις μεγάλες ήττες της, αυτή ήταν η πιο οδυνηρή.

Ποιος τολμάει πλέον να ανοίξει συζήτηση για το 2004 και για την επαίσχυντη διακομματική «ομερτά» με την οποία σκεπάστηκαν οι αυθαιρεσίες, οι ρεμούλες και τα σκάνδαλα; Ουδείς. Οι πολιτικοί μας ταγοί προσποιούνται ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν έγιναν ποτέ, όπως –προφανώς- δεν συνέβησαν ποτέ τα εργατικά ατυχήματα που σκότωσαν δεκάδες μετανάστες μέσα στην τούρλα του «απέραντου εργοταξίου». Εικονική πραγματικότητα, σαν την «έκρηξη του ελληνικού αθλητισμού» για την οποία καυχιόταν η τότε αθλητική ηγεσία.

Ο Γκαετάνο με ρώτησε τι στάση κράτησε απέναντι στο φλέγον θέμα ο Τύπος. Δαγκώθηκα και δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Πώς να του πω ότι πολλοί μεγαλοεκδότες φοράνε ταυτόχρονα το καπέλο του μεγαλοεργολάβου και βλέπουν τέτοιες ευκαιρίες σαν κότες που γεννούν χρυσά αυγά; Πώς να του εξηγήσω ότι το «Αθήνα 2004» φόρεσε χειροπέδες στον Τύπο προσλαμβάνοντας δεκάδες μεγαλοδημοσιογράφους και φιμώνοντας το στόμα τους με δεσμίδες χαρτονομισμάτων;

Αλλά ξέχασα. Ο Γκαετάνο Σαβατέρι είναι Ιταλός. Οι Ιταλοί ξέρουν από τέτοια. Το κανάλι όπου δουλεύει, άλλωστε, είναι γέννημα και θρέμμα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Θα φάει η μύγα σίδερο καιη μαφία ατσάλι, εάν αναλάβει η πατρίδα του Ολυμπιακούς Αγώνες.

Πριν ολοκληρωθεί η συνέντευξη, ο Γκαετάνο με ρώτησε σε ποια εφημερίδα εργάζομαι. Στην τσέπη μου είχα το απεργιακό φύλλο της Ελευθεροτυπίας, οπότε δεν ήταν δύσκολο να του εξηγήσω. Επτά μήνες απλήρωτος, απεργός, επί ξύλου κρεμάμενος, καλωσόρισες Ιταλέ συνάδελφε στην Ελλάδα του 2012 και στην κληρονομιά του 2004.

«Ήμασταν πάντως ελάχιστοι εμείς που από την πρώτη μέρα ασκήσαμε κριτική στο παράτολμο εγχείρημα», του εξήγησα. «Μας είπαν αντεθνικά στοιχεία οι αυλικοί της κυρίας. Ανθέλληνες, προδότες και Κασσάνδρες». Την έχουν ακουστά την Κασσάνδρα στο Μιλάνο; Έπρεπε να φέρω μαζί το Συρίγο, που μιλάει και καλά ιταλικά.

«Η Ελευθεροτυπία πρωτοστάτησε σε αυτήν και φυσικά λοιδορήθηκε από εκείνους που έφαγαν με χρυσά κουτάλια», είπα. «Σήμερα, αισθανόμαστε δικαιωμένοι».

Τέτοια δικαίωση, όμως, καλύτερα να μας έλειπε.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου